Θάφτηκαν κάτω από τη στάχτη στη Γουατεμάλα

share on:

Διαστάσεις βιβλικής καταστροφής παίρνει η έκρηξη του ηφαιστείου «Φουέγο» στη Γουατεμάλα με τεράστιες ποσότητες τέφρας να έχουν σκεπάσει ολόκληρες περιοχές, τη στιγμή που η λάβα συνεχίζει να ρέει από το ηφαίστειο. Περισσότεροι από 60 οι νεκροί, ενώ λιγοστεύουν οι ελπίδες για επιζώντες.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη καταμέτρηση των αρχών τα θύματα φθάνουν τα 69, ενώ τα σωστικά συνεργεία συνεχίζουν να βρίσκουν απανθρακωμένα πτώματα.

Η έκρηξη του «Φουέγο», το οποίο βρίσκεται σε υψόμετρο 3.763 μέτρων και το οποίο απέχει 35 χλμ από την πρωτεύουσα, έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση περισσότερων από 4.500 ανθρώπων από χωριά της περιοχής.

«Υπάρχουν αγνοούμενοι, αλλά δεν γνωρίζουμε πόσοι», δήλωσε από την πλευρά του ο διευθυντής της CONRED (Εθνικού Συντονισμού για την Αντιμετώπιση Καταστροφών), ο Σέρχιο Καμπάνιας. Μόλις μερικές ώρες νωρίτερα, ένας προηγούμενος απολογισμός των αρχών έκανε λόγο για 33 νεκρούς.

Στο Σαν Μιγκέλ Λος Λότες, ένα μικρό χωριό που καταστράφηκε ολοσχερώς, ένας δημοσιογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου μετέδωσε ότι βρέθηκε μπροστά σε σεληνιακό τοπίο, με ερείπια ισοπεδωμένων σπιτιών και πτώματα ανθρώπων και κατοικίδιων ζώων, καλυμμένα από λάσπη και στάχτες που ακόμη κάπνιζαν.

Η Εουφέμια Γκαρσία, 48 χρονών, σώθηκε χάρη στον άνδρα της που την ανάγκασε να εγκαταλείψει το σπίτι. Τώρα όμως αναζητεί τους τρεις γιους της, τη μητέρα της, τα αδέλφια και τα ανίψια της. «Δεν ήθελα να φύγω, ήθελα να γυρίσω πίσω και δεν έκανα τίποτα για να σώσω την οικογένειά μου», θρήνησε η γυναίκα.

«Αν γλιτώσουμε τώρα, θα μας σκοτώσει μια άλλη έκρηξη», προέβλεψε ο 52χρονος Εφρέν Γκονσάλες, που έχει βρει καταφύγιο στο Εσκουιντλάν, κοντά στο Ελ Ροδέο, το χωριό που υπέστη τη μεγαλύτερη καταστροφή από την έκρηξη. Ο Εφρέν πρόλαβε και έφυγε με τη γυναίκα του, κρατώντας στην αγκαλιά του το μωρό τους, πριν η λάβα καταπιεί το σπίτι τους. Τα άλλα δύο παιδιά του, ο γιος του, 10 ετών, και η κόρη του, 4 ετών, αγνοούνται.

Την Κυριακή τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά και εικόνες από σελίδες κοινωνικής δικτύωσης απεικόνιζαν ένα τεράστιο νέφος ηφαιστειακής τέφρας με τους κατοίκους καλυμμένους από τη στάχτη να τρέχουν για να σωθούν.

Ο Καμπάνιας, ο διευθυντής της CONRED, εξήγησε ότι τα περισσότερα θύματα παγιδεύτηκαν από τη λάβα που έρρεε με μεγάλη ταχύτητα από το ηφαίστειο.

Συνολικά η έκρηξη κράτησε για πάνω από 16 ώρες, και «είναι πιθανή και νέα δραστηριότητα», προειδοποίησε ο Εθνικό Ινστιτούτο Ηφαιστειολογίας, συστήνοντας να ληφθούν αυστηρά προληπτικά μέτρα στην περιοχή γύρω από το Φουέγο.

«Δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο», είπε η Άουρα, 38 ετών, από το Ελ Ροδέο, που κατάφερε σαν από θαύμα να φύγει και να σωθεί μαζί με άλλα δέκα μέλη της οικογένειάς της.

Οι στήλες της ηφαιστειακής τέφρας που εκλύθηκαν από το ηφαίστειο έφθασαν σε ύψος που ξεπέρασε τα 2.200 μέτρα από τον κρατήρα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ηφαιστειολογίας.

Η έκρηξη έπληξε κυρίως αγροτικές κοινότητες γύρω από το ηφαίστειο και την πόλη Αντίγουα, τον δημοφιλέστερο τουριστικό προορισμό της Γουατεμάλας.

Συνολικά 1,7 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν πληγεί στον έναν ή τον άλλο βαθμό από την καταστροφή, σύμφωνα με την Πολιτική Προστασία.

Ο πρόεδρος της Γουατεμάλας Τζίμι Μοράλες, ο οποίος τη Δευτέρα περιόδευσε στις περιοχές που επλήγησαν, κήρυξε τριήμερο πένθος στη χώρα.

Μια διεθνής ομάδα δωρητών (Γερμανία, Καναδάς, Ισπανία, Βρετανία, Ιταλία, Σουηδία, Ελβετία, Γαλλία, ΗΠΑ, ΕΕ, Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στη Γουατεμάλα) εξέφρασε την αλληλεγγύη της στη χώρα και προσέφερε την υποστήριξή της για να ξεπεραστεί η τραγωδία.

Το Μεξικό, η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ, εξέφρασαν επίσης τη βούλησή τους να προσφέρουν βοήθεια.

Στο ηφαίστειο «της Φωτιάς» είχε ήδη σημειωθεί έκρηξη τον Ιανουάριο του 2018.

Τον Σεπτέμβριο του 2012, το προηγούμενο ξύπνημά του οδήγησε στην επείγουσα απομάκρυνση περίπου 10.000 ανθρώπων από τα χωριά στους νότιους πρόποδες του κώνου.

Στη Γουατεμάλα, όπου βρίσκονται σχεδόν σαράντα ηφαίστεια, είναι ενεργά σήμερα ακόμα δύο: το Σαντιαγκίτο (δυτικά) και το Πακάγια (20 χλμ. νότια της πρωτεύουσας).

Αφήστε μια απάντηση