«Καθαρές πολιτικές λύσεις από την κοινωνική βάση, μέσω της διεξαγωγής ανόθευτου συνεδρίου»

share on:

Ένα εκλογικό αποτέλεσμα κρίνεται πάντα με δείκτες αντικειμενικούς (απόλυτος αριθμός ψήφων, ποσοστό, θέση κατάταξης, κ.α.) και υποκειμενικούς.

Οι υποκειμενικοί δείκτες προκύπτουν:

Από την ιστορική διαδρομή του καθενός εξ ημών,

Από τις προσλαμβάνουσες που έχουμε από προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες και

Από τους στόχους που θέτουν, κάποιοι με βάση τις προσωπικές τους επιδιώξεις, άλλοι με βάση τον εκλογικό πήχη που κατά καιρούς έχουν υπερβεί στην πολιτική τους διαδρομή και άλλοι με βάση το πως αντιλαμβάνονται το ρόλο του Κινήματος Αλλαγής στο νέο πολιτικό γίγνεσθαι.

Με βάση τα ανωτέρω, ο καθένας βλέπει το ποτήρι του εκλογικού αποτελέσματος γεμάτο ή άδειο.

Ως εκ τούτου, η αποτίμηση του αποτελέσματος εντός των τεσσάρων τοίχων της αίθουσας ενός ξενοδοχείου, από ένα πεπερασμένο σε αριθμό μελών όργανο, όπως αυτό της κεντρικής επιτροπής, εγκυμονεί τον κίνδυνο να εκτιμήσουμε μια κατάσταση σε αντίθετη κατεύθυνση από όσα πρεσβεύει η κομματική μας βάση.

Γνωρίζετε τη θέση μου περί του εκλογικού αποτελέσματος, το οποίο έχω χαρακτηρίσει πολύ κατώτερο των περιστάσεων. Έχω αναλύσει τους λόγους που, κατά την άποψή μου, οδηγηθήκαμε σε αυτό και έχω δημόσια τοποθετηθεί ότι η αποτυχία αυτή αντανακλά και στα πρόσωπα, τα οποία οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Τόσο η κρίση επί του αποτελέσματος, όσο και τα αίτια αυτού ενέχουν προφανώς υποκειμενισμό και χρήζουν διεξοδικής ανάλυσης και συζήτησης σε επίπεδο βάσης.

Γι’ αυτό και σε ένα δημοκρατικό-προοδευτικό κόμμα, όπως θέλουμε να χαρακτηρίζουμε το ΚΙΝΑΛ, έχουμε την υποχρέωση να ακολουθούμε διαδικασίες τέτοιες που θα οδηγούν στην αλήθεια των πολλών και όχι στη μονομερή επιβολή των θέσεων μιας κλειστής κάστας περί τω προέδρω στελεχών.

Πέραν όμως του ατομικού υποκειμενισμού, υπάρχει ο αντικειμενικός πολιτικός ορθολογισμός. Σύμφωνα με αυτόν, οι πολιτικοί και δη οι ηγεσίες των κομμάτων κρίνονται σε δύο φάσεις.

Πρωτίστως, μέσα από τις εκλογικές αναμετρήσεις, το σύνολο των πολιτών, κρίνει τον προγραμματικό τους λόγο και την κοινωνική τους απήχηση.

Σε επόμενη φάση, η κομματική βάση της παράταξης, κρίνει κατά πόσο το εκλογικό αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των μελών, στην ιστορική διαδρομή της παράταξης και στο ρόλο που θέλει να διαδραματίσει σε κάθε κοινοβουλευτική περίοδο.

Είθισται πανευρωπαϊκά η διαδικασία που επιλέγεται για την αξιολόγηση των ανωτέρω, να είναι ένα ανοιχτό, ανόθευτο, μαζικό, δημοκρατικό συνέδριο του κόμματος.

Ένα συνέδριο στο οποίο δε θα υπάρχει ούτε ένας διορισμένος σύνεδρος.

Ένα συνέδριο, για το οποίο θα ακολουθηθούν προσυνεδριακές διαδικασίες εντός εύλογου χρόνου και με τρόπο που θα καταστούν ουσιαστικές και γόνιμες.

Ένα συνέδριο χωρίς προαποφασισμένη ατζέντα, με ενεργά συμμέτοχους συνέδρους και όχι κλακαδόρους.

Όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, όλα πρέπει να τεθούν εκ του μηδενός και να υπάρξουν πραγματικές ψηφοφορίες κάλπης για κάθε απόφαση που θα αφορά στην παρουσία και προοπτική της παράταξης (Πολιτικές θέσεις-προτάγματα, πολιτικές-κοινωνικές συμμαχίες, οργανωτικό μοντέλο-πολιτική λειτουργία, κ.ά.).

Πρόκειται για το συνέδριο που μέχρι σήμερα δεν κάναμε ποτέ. Σε αυτό θα κριθεί και το εκλογικό αποτέλεσμα.

Στην πολιτική αν θες να πας μπροστά απαιτούνται καθαρές κουβέντες και λύσεις.

Είτε το αποτέλεσμα είναι καλό, οπότε όλοι οφείλουν να σιωπήσουν και να ασχοληθούν απρόσκοπτα με την αξιοποίηση της υπεραξίας που αυτό δίνει, είτε είναι κακό, οπότε η ηγεσία οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της και να αποχωρήσει ομαλά, αφήνοντας τη σκυτάλη σε άλλα πρόσωπα για να διαχειριστούν την προσπάθεια ανάκαμψης της παράταξης.

Αντίπαλος μας, δυόμισι περίπου μήνες μετά τις εκλογές, δεν είναι ούτε η Νέα Δημοκρατία ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ο κακός μας εαυτός, που, δυστυχώς, τον δείχνουμε σε καθημερινή βάση μέσα από απολυταρχικές, περιχαρακωμένες και παλαιολιθικές λογικές και πρακτικές της ηγεσίας. Γι’ αυτό και στις εκλογές δεν είχαμε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι προσφάτως η ηγεσία «πνίγηκε, σε μια κουταλιά χρώματος αφίσας», βάζοντας ένα ακόμα επικοινωνιακό αυτογκόλ, σ’ ένα θέμα που ανάγεται στη σφαίρα της παραπολιτικής. Εκεί έχουμε καταντήσει…

Στις τρεις του Σεπτέμβρη, η κυρία Γεννηματά εκουσίως άνοιξε, με τον πλέον επίσημο τρόπο, θέμα ηγεσίας, καλώντας όποιο στέλεχος αμφισβητεί τον τρόπο που πολιτεύεται να το θέσει ευθέως. Αυτό είναι δεοντολογικά σωστό και πολιτικά υγιές, γιατί θέτει την όποια αντιπαράθεση υπάρχει σε επίπεδο λειτουργίας και θέσεων στο προσκήνιο.

Πλέον όμως, πεποίθησή μου είναι ότι η αμφισβήτηση δεν εκφράζεται μόνο από κάποια λίγα στελέχη, όπως, τεχνηέντως, θέλει να περάσει το επικοινωνιακό επιτελείο της Χαριλάου Τρικούπη.

Αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνικής και κομματικής μας βάσης και εκπορεύεται από τη διαφωνία της ως προς:

Τον τρόπο λειτουργίας του κόμματος,

Τις διαδικασίες παραγωγής των πολιτικών θέσεων και

Το ρόλο κομπάρσου που έχει προδιαγράψει η σημερινή ηγεσία για την παράταξη, μέσα από την επιλογή διατήρησης ενός μικρού και ελεγχόμενου κόμματος.

Γι’ αυτό και σε σχέση με μια δημοψηφισματική διαδικασία ή μια φιέστα, όπως είναι η συνδιάσκεψη που προγραμματίζεται για το Νοέμβρη, προκρίνεται η αμιγώς πολιτική διαδικασία ενός συνεδρίου, στο οποίο τον πρώτο λόγο θα έχουν τα μέλη της παράταξης.

Ένα πραγματικό συνέδριο, με ουσιαστικές προσυνεδριακές διαδικασίες και συνέδρους με θέσεις και όχι για τις θέσεις, θα διασφαλίσει ότι, όποιος κι αν είναι αρχηγός, δεσμεύεται ως προς τη συλλογική, δημοκρατική λειτουργία που πρέπει να διέπει ένα θεσμικό κόμμα αρχών.

Στόχος της προτεινόμενης πολιτικής διαδικασίας είναι η ανατροπή του σημερινού αποτυχημένου μοντέλου που αντανακλά στον τρόπο λειτουργίας, στη χάραξη πολιτικής στρατηγικής, στη διαμόρφωση και εκφορά του προγραμματικού λόγου, μέσω της μετάβασης σε ένα νέο μοντέλο συλλογικής ηγεσίας που θα αναλάβει την υλοποίηση των ανωτέρω αλλαγών.

Γιατί ζητούμενο σήμερα για την παράταξή μας δεν είναι η εναλλαγή προσώπων στον προεδρικό θώκο με ταυτόχρονη διατήρηση δομικών χαρακτηριστικών αρχηγικού κόμματος με απολυταρχική λειτουργία.

Αν περιοριστούμε εκεί, θα είναι καταστροφή.

Η αλήθεια των λόγων και των θέσεων μου μένει να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί σε ένα πραγματικά δημοκρατικό συνέδριο με τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα ανωτέρω.

Όποιος βάζει την παράταξη πάνω από την καρέκλα του, πολλώ δε μάλλον όταν θεωρεί και τον εαυτό του επιτυχημένο, δεν έχει να φοβάται τίποτα από τη διεξαγωγή ανοιχτών, θεσμικά κατοχυρωμένων, δημοκρατικών, και όχι τεχνηέντως ελεγχόμενων, διαδικασιών.

Το μόνο που χρειάζεται σήμερα για να γίνουν όλα αυτά, είναι φιλότιμο.

 Άραγε υπάρχει;

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΚΑΛΑΚΗΣ

Γραμματέας ΚΠΕ Κινήματος Αλλαγής

Αφήστε μια απάντηση