Μετά τους διευθυντές, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

share on:

Σε 10.665 ανέρχεται ο αριθμός των αιτήσεων των υποψηφίων για την πλήρωση θέσεων διευθυντών σχολείων σε σύνολο 7.062 σχολικών μονάδων, σύμφωνα με τα στοιχεία των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων.

Συγκεκριμένα, στα σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υποβλήθηκαν 5.064 αιτήσεις για 3.656 σχολικές μονάδες και στα σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης 5.601 αιτήσεις για 3.406 σχολικές μονάδες.

Με τον νόμο για την επιλογή των διευθυντών μπαίνει ήδη στην πρώτη του φάση το σχέδιο για την επαναφορά της αξιολόγησης.

Την ίδια στιγμή η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας προανήγγειλε νομοθετική ρύθμιση για την αναβάθμιση της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ), στο πλαίσιο εφαρμογής της αυτοαξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Σύμφωνα με την έκθεση της ΑΔΙΠΠΔΕ, πρώτος και βασικός στόχος είναι «να διασφαλιστούν οι διαθέσεις και οι στάσεις των εκπαιδευτικών για ενεργό εμπλοκή τους (στις διαδικασίες αξιολόγησης). Οι μορφές αυτοαξιολόγησης και εξωτερικής αξιολόγησης θα συνδυαστούν αφού έχει εμπεδωθεί κουλτούρα αξιολόγησης».

Να θυμίσουμε στο σημείο αυτό, για να μην παίζουμε με τις λέξεις, ότι:

1) και το προηγούμενο σύστημα αξιολόγησης σε πρώτο στάδιο αφορούσε μόνο την αποτίμηση του έργου κάθε σχολείου από τον σύλλογο διδασκόντων

2) όλες οι προσπάθειες επιβολής της αξιολόγησης, τα τελευταία 30 χρόνια, δήλωναν εξ αρχής τον αντικειμενικό και δημοκρατικό τους χαρακτήρα και την προσήλωσή τους στην ανάγκη ανατροφοδότησης του εκπαιδευτικού έργου

3) είναι αστείο να υποστηρίζει κανείς ότι η απουσία της αυτοαξιολόγησης είναι αυτή που φρενάρει την πολιτεία γενικότερα και το υπουργείο Παιδείας ειδικότερα να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους στην εκπαίδευση (επαρκής χρηματοδότηση, διορισμοί, αριθμός μαθητών ανά τμήμα, υποδομές κ.ά.).

Να ξεκαθαρίσουμε, επίσης, ότι η ενέργεια του υπουργού Παιδείας να «βγάλει από τη ναφθαλίνη», αναβαθμίζοντάς την, την ΑΔΙΠΠΔΕ δεν αποτελεί παρά «οδηγία» της Εκθεσης Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης και της Κατάρτισης (Σεπτέμβριος 2016) που εκδόθηκε για την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στην έκθεση αυτή διαβάζουμε:

«Δεδομένης της θετικής επίδρασης που μπορούν να έχουν η αυτονομία και η λογοδοσία στις εκπαιδευτικές επιδόσεις, θεωρείται ανησυχητικό το γεγονός ότι έχουν ανασταλεί οι διαδικασίες για την αξιολόγηση των σχολείων και των εκπαιδευτικών (αυτοαξιολόγηση για τα σχολεία και ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικών), ακόμα και στην ιδιωτική εκπαίδευση (ΟΟΣΑ 2016). Η αρμόδια διοικητική αρχή (ΑΔΙΠΠΔΕ) δεν επιτελεί έτσι πλήρως την αποστολή της, που συνίσταται στη διασφάλιση της ποιότητας και στην αξιολόγηση».

Καθίσταται, λοιπόν, κάτι περισσότερο από σαφές ότι η εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόζεται από το υπουργείο Παιδείας χαράσσεται από τους διεθνείς οργανισμούς και εποπτεύεται από την τρόικα.

Τα ερωτήματα

Η θεσμοθέτηση της ΑΔΙΠΠΔΕ το 2013 (με τον ν. 4142/2013), από τη συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, δεν ήταν τίποτε άλλο από την ετεροχρονισμένη υιοθέτηση από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα γνωστών πολιτικών επιλογών στο διεθνές επίπεδο και την εναρμόνιση με την πολιτική που προωθούσε ο ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση ήδη από το 2011.

Αποτελεί, σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό Γιώργο Μαυρογιώργο, μια δομή περαιτέρω εμπέδωσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τον κεντρικό αξιολογικό μηχανισμό του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που συντονίζει και ενοποιεί το σύνολο των αξιολογικών διαδικασιών (αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας, ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικού).

Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό αναλυτή Γιώργο Καλημερίδη, η ΑΔΙΠΠΔΕ δεν είναι απλά μια ουδέτερη αρχή, που μπορεί να έχει αριστερό ή αντιδραστικό πρόσημο, ανάλογα με το ποιος έχει την κυβερνητική εξουσία, αλλά σφραγίζεται δομικά από το νεοφιλελεύθερο εκπαιδευτικό υπόδειγμα και την πολιτική του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα.

Το «ξαναζέσταμα» του μηχανισμού της ΑΔΙΠΠΔΕ συνιστά ακόμη μια πολιτική υποχώρηση της κυβέρνησης τόσο απέναντι στην εγχώρια εκπαιδευτική τεχνοκρατία όσο και στη νεοφιλελεύθερη αντιεκπαιδευτική πολιτική του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.

Τα παραπάνω υπονομεύουν προφανώς τις εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας για αξιολογικές διαδικασίες που «δεν θα έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα, ούτε βέβαια θα συνδέονται με μισθούς ή απολύσεις».

Η ΑΔΙΠΠΔΕ συγκροτήθηκε για τους ακριβώς αντίθετους λόγους. Αρα προκύπτει το ερώτημα σε τι μπορεί να συμβάλει η συγκεκριμένη ανεξάρτητη αρχή, με τα πολιτικά χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, σε μια συλλογική και δημοκρατική αποτίμηση του παιδαγωγικού έργου.

Μήπως η αναβάθμισή της συνιστά δήλωση προσήλωσης στις «μεταρρυθμίσεις» ΟΟΣΑ;

Αν ναι, πώς σκέφτεται να εξασφαλίσει μια διακριτή εκπαιδευτική πολιτική από αυτήν της προηγούμενης κυβέρνησης;

 

Αφήστε μια απάντηση