Οι «χρυσές ευκαιρίες» της Κατοχής

share on:

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε χθες στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Λαμιέων η παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Σάμιου «Αγοραπωλησίες Ακινήτων 1941-1944. Οι «χρυσές ευκαιρίες» της Κατοχής». Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Δήμος Λαμιέων, οι Φίλοι Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους- Τμήμα ΓΑΚ Φθιώτιδας και η Εταιρεία Σύγχρονης Ιστορίας.

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο βουλευτής Φθιώτιδας Γιάννης  Σαρακιώτης, ο αντιδήμαρχος Λαμίας Πάνος Στασινός, ο εντεταλμένος του Δήμου Λαμιέων για θέματα παιδείας Θανάσης Παπαχρήστος, ο πρώην βουλευτής Θανάσης  Μιχελής, η πρώην αντιδήμαρχος Βίβιαν Αργύρη κα.

Για το βιβλίο μίλησαν ο Προκόπης Παπαστράτης, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ο συγγραφέας. Όπως επισήμαναν οι ομιλητές η Κατοχή ήταν για την Ελλάδα ταυτόχρονα ηρωική, δραματική και μαύρη σελίδα της ιστορίας της. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, με το όπλο στο χέρι, παρά τα προβλήματα, τις στερήσεις τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις και την καταπίεση των κατακτητών, αντιστάθηκε, πολέμησε και διεκδίκησε να αλλάξει τη μοίρα του. Οι κατακτητές με τη βοήθεια των δωσίλογων κυβερνήσεων οδήγησαν τη χώρα σε ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση. Η λεηλασία και το πλιάτσικο πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, βοήθησαν να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει μια οικονομία με κύριο χαρακτηριστικό την μαύρη αγορά και τις υπόγειες διαδικασίες και διαδρομές που την ένωναν με τους κατακτητές.

Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στο αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών υπολογίζεται ότι «350.000 ακίνητα, κόποι μιας ζωής, άλλαξαν χέρια κάτω από συνθήκες εξαθλίωσης, πείνας, λιμού και εκβιασμών, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί, λίγα δράμια λάδι και μερικές χούφτες σταφίδες». Η μαύρη αγορά σύντομα μετατράπηκε σε ελεγχόμενο και οργανωμένο σύστημα αγοραπωλησιών το οποίο με την ανοχή, κάλυψη και συνεργασία πολλές φορές των ντόπιων και ξένων αρχών, έγινε μάστιγα για την ελληνική κοινωνία και περισσότερο για τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτός ήταν ο οικονομικός δωσιλογισμός. Στη διάρκεια της Κατοχής, όσοι κατάφεραν να αρπάξουν τις ευκαιρίες, θησαύρισαν και βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση με τεράστιο πλούτο στα χέρια.

Με τη λήξη του Πολέμου, παρά τις υποσχέσεις, πολύ λίγα έγιναν για να αποκατασταθεί η αδικία και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ο εμφύλιος πόλεμος χειροτέρευσε την κατάσταση καθώς οι νικητές ήθελαν περισσότερο να ξεμπερδεύουν με το ζήτημα των κατοχικών αγοραπωλησιών, παρά να αποδώσουν δικαιοσύνη.    Το σκοτεινό παρελθόν της Κατοχής έπρεπε να ξεχαστεί. Η Ελλάδα ξεκινούσε μια νέα προσπάθεια ανάπτυξης, εκβιομηχάνισης και προόδου. Οι «νεόπλουτοι», με την οικονομική ισχύ που απέκτησαν μέσα στις στάχτες της κατοχής, διεκδικούσαν μερίδιο και ρόλο. Στα δικά τους κεφάλαια στηρίχτηκε ένα μέρος της ανάπτυξης της δεκαετίας 1950-1960. «Έτσι ή αλλιώς κανείς πια δε νοιαζόταν να ρωτήσει πώς και πού τα βρήκαν», επισήμανε ο κ. Σάμιος.

Στην τοπική διάσταση του ζητήματος των αγοραπωλησιών αναφέρθηκαν η προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους στη Φθιώτιδα Σοφία Βακιρτζηδέλη και η φιλόλογος – ιστορικός Ευμορφία Ψιμογιάννου. Η κ. Βακιρτζηδέλη έκανε λόγο για τα συμβολαιογραφικά αρχεία που εναπόκεινται στα ΓΑΚ και τα οποία είναι διαθέσιμα στους ερευνητές, Με τη σειρά της η κ. Ψιμογιάννου παρέθεσε κάποια στοιχεία της έρευνας που είναι εν εξελίξει σχετικά με τις αγοραπωλησίες ακινήτων στη Λαμία της Κατοχής. Επισήμανε ότι το 1942, τη χρονιά του μεγάλου λιμού και στην πόλη μας, πωλήθηκαν 70% περισσότερα ακίνητα, οικίες και εμπορικά καταστήματα.

Ακολούθησε συζήτηση στην οποία το κοινό συμμετείχε ενεργά καθώς το βιβλίο και οι ομιλίες είχαν δημιουργήσει προβληματισμό και ερωτήματα. Η εκδήλωση έκλεισε με την πρόεδρο των Φίλων του Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης, ιστορικό Βασιλική Λάζου, να εκφράζει για ακόμη μια φορά το αίτημα για τη μεταφορά του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης σε κατάλληλο κτήριο στο κέντρο της Λαμίας και την ανάδειξη και προβολή του ως πόλο πολιτισμού της πόλης μας.

 

Αφήστε μια απάντηση