Σύσσωμη η Φθιώτιδα αποχαιρέτισε τον μακαριστό Ποιμενάρχη της Νικόλαο

share on:

Μέσα σε κλίμα οδύνης και βαθιάς συγκίνησης τελέστηκε σήμερα, η Εξόδιος Ακολουθία του μακαριστού Μητροπολίτη Φθιώτιδας κυρού Νικολάου στον Μητροπολιτικό Ναό της Λαμίας, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδας κ. Ιερώνυμου, πλαισιούμενος από πλειάδα Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδας.

Νωρίτερα τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Δημητριάδας και Αλμυρού κ. Ιγνατίου, Τοποτηρητού της Μητρόπολης Φθιώτιδας.

Στην εξόδιο ακολουθία που τελέστηκε στον μητροπολιτικό ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου συμμετείχαν δεκάδες ιεράρχες από την Ελλάδα και το Εξωτερικό, κληρικοί της μητρόπολης Φθιώτιδας, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της περιοχής και πολλοί πιστοί, για να αποτίσουν φόρο τιμής και να πουν το τελευταίο αντίο στον αγαπητό ιεράρχη που υπήρξε μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα.

Ακολούθησε πομπή του ιερού σκηνώματος στους κεντρικούς δρόμους της πόλης με τη συνοδεία Στρατιωτικών αγημάτων και της Φιλαρμονικής μπάντας του Δήμου Λαμιέων να αποδίδουν τις δέουσες τιμές στο πρόσωπο του μακαριστού Ποιμενάρχη.

Η σορός του κυρού Νικολάου στη συνέχεια κατόπιν δικής του επιθυμίας μεταφέρθηκε στην μονή Δαμάστας, όπου εκεί βρίσκεται ενταφιασμένη και η μητέρα του.

Για την προσωπικότητα του μακαριστού μητροπολίτου Φθιώτιδος κυρού Νικολάου μίλησε ο Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Θεοχάρης, τονίζοντας: «Η καρδία του μακαριστού Μητροπολίτου Νικολάου σταμάτησε αιφνιδίως να χτυπά, το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου, 27η του μηνός Ιουλίου, μία μόλις ημέρα μετά την συμπλήρωση 46 ετών από τότε που εισήλθε στην αγία Ιερωσύνη. Αυτός ο αιφνιδιασμός υπενθυμίζει σε όλους μας τον προτρεπτικό Κυριακό Λόγο «γρηγορειτε ουν οτι ουκ οιδατε την ημεραν ουδε την ωραν εν η ο υιος του ανθρωπου ερχεται», τον οποίο λόγο ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικόλαος είχε πιστεύσει και διαρκώς αγωνιζόταν να ευρίσκεται σε εγρήγορση και ετοιμότητα».

Στην συνέχεια τον λόγο έλαβε ο Τοποτηρητής της Ι.Μ. Φθιώτιδας, Μητροπολίτης Δημητριάδας κ. Ιγνάτιος, ο οποίος αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και το έργο του μακαριστού Μητροπολίτη κυρού Νικολάου, σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

«Το αιφνίδιο υπήρξε για όλους μας κεραυνός εν αιθρία. Ο Μακαριστός Νικόλαος ήταν ένας Ποιμένας χαρισματικός, που πρώτα και κύρια αγάπησε την αγιότητα. Η αγιότητα είναι καρπός της θυσίας. Ο Σεπτός Ιεράρχης επί 23 ολόκληρα χρόνια δεν μίλησε για την θυσία, έγινε ο ίδιος θυσία. Ανέδειξε τον θεσμό της Εκκλησίας, που είναι κοινωνία αγάπης και ενότητος, ήταν άνθρωπος ενότητος».

Εκ μέρους της Κυβέρνησης μίλησε ο Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταικούρας, ενώ εκ μέρους της Περιφέρειας Στερεάς ο Αντιπεριφερειάρχης Φθιώτιδας Θύμιος Καρα’ί’σκος.

Επικήδειος λόγος του Μητροπολίτη Δημητριάδας κ. Ιγνατίου

 

«Δίκαιος ἐάν φθάσῃ τελευτῆσαι ἐν ἀναπαύσει ἔσται…ἀρεστή γάρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχή αὐτοῦ· διά τοῦτο ἔσπευσε ἐκ μέσου πονηρίας». (Σοφία Σολομῶντος)

Μακαριώτατε σεπτέ Προκαθήμενε τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμε,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν,
Πενθηφόρε κλῆρε καί λαέ τῆς χηρευσάσης Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.

Τό Σάββατο, 27 Ἰουλίου, αἰφνίδια καί ἀθόρυβα, παρέδωσε στόν Κύριο τήν ἀρχιερατική του ψυχή ὁ ἐπί 23 χρόνια ποιμάνας θεοφιλῶς τήν εὐλογημένη Ἐπαρχία τῆς Φθιώτιδος πολυαγαπητός ἐν Χριστῷ Ἀδελφός κυρός Νικόλαος.

Ὡς τοποτηρητής τῆς ἀπορφανισμένης αὐτῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωπος πού τόν γνώρισα ἀπό τά νεανικά μου χρόνια, μέ βαθειά συγκίνηση στέκομαι μπροστά στό σεπτό σκήνωμα τοῦ πολυφιλήτου Ἀδελφοῦ καί συνεπισκόπου, γιά τόν ὁποῖον πάντοτε ἔτρεφα μεγάλο θαυμασμό καί ἀγάπη.

Μένει, πραγματικά, ἔκθαμβος κανείς μπροστά στό μυστήριο τοῦτο τοῦ θανάτου, πού ὑπερβαίνει τήν ἀνθρώπινη λογική. Ὁ ἀείμνηστος «ἔσπευσε ἐκ μέσου πονηρίας»· ταχύτατα, ἐν μιᾷ ροπῇ, κλήθηκε στήν αἰωνιότητα. Τό αἰφνίδιο τοῦτο ὑπῆρξε γιά ὅλους μας ἕνας κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ. Δέν βασανίσθηκε ἀπό μακρά ἀσθένεια, δέν ἔφυγε σέ βαθύ γῆρας. Μέ ἀκμαῖες τίς ψυχικές καί σωματικές του δυνάμεις, πάνω στήν πλήρη καρποφορία τοῦ ἔργου του, πέταξε ἀπό ἀνάμεσά μας, ἀφήνοντας τά ἴχνη τῆς διάβασής του βαθειά στήν καρδιά καί στή ζωή μας. Ἀνθρωπίνως θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ἦταν πρόωρη ἡ ἐκδημία του. Κι ἄλλο θά μποροῦσε νά παραμείνει, κι ἄλλο θά τόν θέλαμε ἀνάμεσά μας. Ἀλλά ὁ Ἅγιος Θεός ἔκρινε πώς τώρα ἦταν ἡ ὥρα νά τόν ἀποθηκεύσει, σάν στάχυ ὥριμο, στά ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ. «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξε, οὕτω καί ἐγένετο». «Εἴη τό Ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».

Ὁ μακαριστός Νικόλαος ἦταν ἕνας ποιμένας χαρισματικός, πού πρῶτα καί κύρια ἀγάπησε τήν ἁγιότητα. Ἡ ἁγιότητα εἶναι καρπός τῆς θυσίας. Ὁ σεπτός Ἱεράρχης ἐπί 23 ὁλόκληρα χρόνια δέν μίλησε γιά τή θυσία· ἔγινε ὁ ἴδιος θυσία, γιά νά καταστήσει τή Μητρόπολή του τμῆμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού θά κοσμεῖται ἀπό τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀνέδειξε τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι κοινωνία ἀγάπης καί ἑνότητος. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἑνότητος. Τό εἶπα καί πρό ὀλίγων ἡμερῶν καί τό ξαναλέω, πώς ἡ ἑνότητα δέν εἶναι πάντα τό αὐτονόητο μέσα στήν Ἐκκλησία. Κάποιες φορές χρειάζεται πολύ κόπο γιά νά ἀποκτηθεῖ καί πολύ ἱδρώτα καί ὑπομονή, γιά νά διατηρηθεῖ. Ὁ Νικόλαος ἐργάσθηκε σκληρά γι᾿ αὐτό καί τό πέτυχε. Ἕνωσε τήν τεράστια ἐπαρχία του κάτω ἀπό τήν πατρική του σκέπη, κάτω ἀπό τήν αὐθεντία του, πού δέν ἦταν αὐθεντία ἰσχύος, δέν ἦταν δεσποτισμός, ἀλλά ἦταν αὐθεντία ἀγάπης, δοσίματος ὁλοκληρωτικοῦ. Καί αὐτό τό δόσιμο τό εἰσέπραττε τό ποίμνιό του, πού τόν ὑπεραγαποῦσε. Γιατί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἔχει αἰσθητήρια ἱκανά καί συλλαμβάνει τήν ἀγάπη τοῦ καλοῦ Ποιμένος. Τή συλλαμβάνει, τήν ἐκτιμᾶ καί τήν ἀνταποδίδει, ὅπως βλέπουμε σήμερα στήν ἐξόδιο ἀκολουθία του.

Ὁ Νικόλαος ἦταν ἕνας παραδοσιακός Ἐπίσκοπος. Καί παραδοσιακός σημαίνει, πιστεύω, ἀσκητής καί πατριώτης. Μέ μιά παραδοσιακότητα πού δέν εἶναι ὀπισθοδρόμηση, ἀλλά διαφύλαξη καί ὁρμητική πνοή πρός τά πρόσσω. Ἀπέπνεε τήν ἁγνή εὐωδία τῆς αὐθεντικότητος, τοῦ γνήσιου ὀρθόδοξου βιώματος, τοῦ ἀσκητικοῦ, τοῦ καλογερικοῦ, τοῦ γενναίου, τοῦ καθαροῦ. Ὁ βίος του διάφανος, ὁ λόγος του βαρυσήμαντος καί ἐμπειρικός, φωτισμένος, διακριτικός καί συνετός. Ἡ Ἱεραρχία τόν εἶχε καύχημά της καί τόν σεβόταν ἀπεριόριστα. Ἤξερε πώς ὁ Νικόλαος δέν μιλοῦσε ποτέ ἀβασάνιστα. Καί ὅταν μιλοῦσε, τά λόγια του ἦταν νάματα Ἑλλάδας καί Ὀρθοδοξίας, βγαλμένα ἀπό βιώματα γνήσια καί πατερικά. Γι᾿ αὐτό πάντα στήριζε καί οἰκοδομοῦσε. Μέ ἀγάπη, μέ φιλαδελφία, μέ σοβαρότητα.

Ἡ ἀναχώρησή του εἶναι γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία, κυρίως ὅμως γιά τήν τοπική του Ἐκκλησία μιά ὀδυνηρότατη στέρηση. Ὡστόσο, ἐνθυμοῦμαι αὐτήν τήν ὥρα τόν στίχο τοῦ ποιητῆ πού λέει: «Σοῦ ᾿ παν, δέ ζεῖ, δέν εἶναι πιά ἐδῶ· σέ γέλασαν. Οἱ Ἅγιοι ποτέ δέν φεύγουν…». Καί θέλω νά πῶ σέ ὅλους ὅσοι γεμίζουμε σήμερα τοῦτον τόν Ἱερό Ναό, γιά νά ἀποχαιρετήσουμε τόν σεπτό Ποιμενάρχη καί Ἀδελφό μας, ὅτι τόν στερούμαστε μόνο σωματικά. Πνευματικά θά εἶναι πάντα μαζί μας, γιατί, ἀδελφοί μου, οἱ Πατέρες μας, πού μᾶς ἀγάπησαν καί θυσιάστηκαν γιά μᾶς, ποτέ δέν φεύγουν ἀπό κοντά μας.

Τό ἔργο του θά συνεχισθεῖ στό πρόσωπο τοῦ διαδόχου του, στά πρόσωπα τῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν του, τῶν εὐλαβεστάτων κληρικῶν του, τῶν μοναχῶν καί μοναζουσῶν τῆς Ἐπαρχίας του καί ὅλων τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν πού τά ἀγάπησε καί τόν ἀγάπησαν. Ὁ δεσμός τῆς ἀγάπης δέν καταλύεται μέ τόν σωματικό θάνατο. Ὄχι μόνο θά τόν ἐνθυμούμαστε, ἀλλά μαζί μέ τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου τόπου, θά ἐπικαλούμαστε καί τίς δικές του σεπτές εὐχές. Καί ἔτσι ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης καί τῆς προσευχῆς θά συνεχίζεται, μέχρι νά τόν ξαναβροῦμε ἔνδοξο καί λαμπρό στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Προσφιλέστατε Ἅγιε Ἀδελφέ μας, συλλειτουργέ καί συνεπίσκοπέ μας κυρέ Νικόλαε. Ὁ θάνατός σου, ὅσο κι ἄν μᾶς προξενεῖ ἀνθρώπινο πόνο, δέν εἶναι θλίψη καί δυσθυμία, ὄχι! Εἶναι μετάθεση ἀπό τά λυπηρά πρός τά θυμηδέστερα καί ἀπό τή σκιά τοῦ θανάτου στήν ὄντως ζωή· εἶναι «ἱδρώτων ἀντίδοσις, ἀμοιβή παλαισμάτων καί στέφανος». Μέσα στήν κατάπαυση τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν στήν ὁποία εἴμαστε βέβαιοι ὅτι βρίσκεσαι, εὐχήσου καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν περιλειπομένων.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη!

 

Επικήδειος λόγος Αρχιμ. Φιλόθεου Θεοχάρη

«Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καί ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου» (Ψαλμ. 107, 1) Μέ βαθειά συγκίνηση καί τήν κατ᾿ ἄνθρωπον ὀδύνη, Μακαριώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, σεπτέ Προκαθήμενε τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνάτιε, Τοποτηρητά τῆς χηρευούσης Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Σεβαστοί Πατέρες, Ἀξιότιμοι ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καί λοιπῶν Ἀρχῶν, Πενθηφόρε καί φιλόχριστε λαέ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος προπέμπει σήμερα ἕνα ἀπό τά διακεκριμένα καί ἄξια μέλη της, τόν ἀοίδιμο ἤδη Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Νικόλαο (Πρωτοπαπᾶ), ὁ ὁποῖος ἀπεδήμησε ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί πορεύεται τήν ὄντως «μακαρίαν ὁδόν», ὅτι «ἡτοιμάσθη (αὐτῷ) τόπος ἀναπαύσεως». Ἡ καρδία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικολάου σταμάτησε αἰφνιδίως νά κτυπᾶ τό ἀπόγευμα τοῦ περασμένου Σαββάτου, 27η τοῦ μηνός Ἰουλίου, μία μόλις ἡμέρα μετά τήν συμπλήρωση σαράντα ἕξι ἐτῶν, ἀπό τότε πού εἰσῆλθε στήν ἁγία Ἱερωσύνη. Αὐτός ὁ αἰφνιδιασμός ὑπενθυμίζει σέ ὅλους μας τόν προτρεπτικό Κυριακό λόγο «Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ εἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾖ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. 25, 13), τόν ὁποῖον ὁ μακάριος Μητροπολίτης Νικόλαος εἶχε πιστεύσει καί διαρκῶς ἀγωνιζόταν νά εὑρίσκεται σέ ἐγρήγορση καί ἑτοιμότητα. Γι᾿ αὐτό καί ἡ ἀναχώρησή του ἀπό τήν παροῦσα ζωή παραπέμπει στόν πρῶτο στίχο τοῦ 107ου Ψαλμοῦ, μέ 1 τόν ὁποῖον ἄρχισαν αὐτά τά πενιχρά λόγια: «Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου…». «Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σάν θαρραλέος»1 , ὅπως θά λεγε κι ὁ Ἀλεξανδρινός ποιητής, ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Νικόλαος ἑτοίμαζε τόν ἑαυτό του γι᾿ αὐτή τήν ἁγία ἡμέρα καί ὥρα τῆς ἐξόδου ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί τῆς εἰσόδου στήν ὄντως ζωή, τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶχε πολλές φορές διαβάσει καί μέ θαυμαστό τρόπο εἶχε προσοικειωθεῖ τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ: «Δός μοι, υἱέ σήν καρδιάν» (Παροιμ. 23, 26). Ὁ Θεός ζητᾶ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου γιά νά κατοικήσει σ᾿ αὐτή, γιά νά τήν καταστήσει θρόνο Του. Καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νικόλαος γεμάτος ἀγάπη γιά τόν Χριστό, ἀφιερωμένος ἐξ᾿ ὁλοκλήρου σ᾿ Ἐκεῖνον καί τήν Ἐκκλησία Του, ἔζησε θεοφιλῶς καί θεαρέστως, ὥστε ἡ ζωή του νά ἀποτελεῖ μία ἀληθινή ἑτοιμασία τοῦ «θρόνου» τῆς καρδιᾶς του. Ὄντως, ἡ καρδιά τοῦ Δεσπότη ἦταν «ἕτοιμη» γιά νά γίνει «θρόνος» τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, ὁ Ὁποῖος, ὅπως μαρτυρεῖ μέ τόν ἀδιάψευστο λόγο Του: «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω» (Α΄ Βασ. 2, 30). Ἐγεννήθη τό ἔτος 1948 στό χωριό Πλατειά Τήνου. Ὑπῆρξε γόνος εὐσεβῶν καί ἁπλῶν νησιωτῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι μετέδωσαν στά τέκνα τους τήν ἀγάπη καί τήν πίστη πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του. Ἰδιαιτέρως ἡ καλή μητέρα του, ἀοίδιμος Μαρία, ἡ ὁποία μόλις πρό ἕξι μηνῶν προέδραμε τοῦ υἱοῦ της στή ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τόν ἐδίδαξε νά εὑρίσκεται στά «σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» μέ ἐπίκεντρο τό καύχημα τῆς Τήνου καί ἱερό σέβας τῶν πανελλήνων, τόν ἱερό Θεομητορικό Ναό τῆς Εὐαγγελιστρίας. Γεμάτος ἔνθεο ζῆλο γιά τήν ἁγία Ἱερωσύνη ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, ὁ τότε ἔφηβος Νικόλαος Πρωτοπαπᾶς κατέφυγε γιά σπουδές στή Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή, ἀποκτῶντας τήν ἰδιότητα τοῦ ἱεροσπουδαστοῦ σέ μιά ἐποχή, μάλιστα, πού ἡ ἰδιότης αὐτή συνοδευόταν ἀπό ἀξία καί ἦταν ἄξια μιμήσεως. Μετά τίς σπουδές του στή Ριζάρειο εἰσῆλθε μέ ἐξετάσεις καί στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, λαμβάνοντας τό πτυχίο μέ τό βαθμό «ἄριστα» τό ἔτος 1972. Ἦταν συνδεδεμένος πνευματικά μέ τό συντοπίτη του, μακαριστό καί ἐν ὁσίοις ἀναπαυόμενο Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Νικόλαο (Σελέντη), ὁ ὁποῖος τό ἑπόμενο ἔτος, τό 1973, τόν ἔκειρε Μοναχό στήν Ἱερά Μονή Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πεντέλης, ἐνῶ ἀνήμερα τῆς πανηγύρεως τῆς Πολιούχου Χαλκίδος Ἁγίας Παρασκευῆς, στίς 26 Ἰουλίου 1973, μέ τή συμμαρτυρία τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, τότε Ἀρχιμανδρίτου καί νῦν Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου, τόν ἐχειροτόνησε Διάκονο καί γιά βραχύ διάστημα διηκόνησε στήν Ἱερά Μητρόπολη Χαλκίδος ὡς Ἀρχιδιάκονος καί Ἱεροκήρυξ. Τό ἔτος 1975 ὁ τότε Μητροπολίτης τῆς γενετείρας του, μακαριστός Μητροπολίτης Σύρου καί Τήνου κυρός Δωρόθεος ὁ Α΄ (Στέκας) τόν προσέλαβε καί τόν ἐχειροτόνησε Πρεσβύτερο καί Ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ ἀνέθεσε τήν ὑψηλή διακονία τοῦ Ἱεροκήρυκος τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας, στό ὁποῖο καί ὑπηρέτησε ἐπί μία δεκαετία, ἕως τό ἔτος 1984, ἐνῶ διηκόνησε καί ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς Τήνου ἐπί μία τετραετία, κατά τά ἔτη 1975 ἕως 1978. Τό ἔτος 1984 μετεκλήθη στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Σεραφείμ (Τίκα), ὁ ὁποῖος διέκρινε σημαντικές ἱκανότητες στόν τότε Ἀρχιμανδρίτη Νικόλαο καί τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἐπιτελικές θέσεις στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διετέλεσε Διευθυντής Ὑπηρεσιῶν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἀπό τό 1984 ἕως τό 1996 καί Διευθυντής τοῦ Θεολογικοῦ Οἰκοτροφείου της, ὅπου μέ ἐπιμέλεια, ἀλλά καί πνεῦμα ἐλευθερίας καλλιέργησε τίς ἱερατικές κλίσεις πολλῶν ἐκ τῶν οἰκοτρόφων φοιτητῶν της θεολογίας. Παράλληλα, διηκόνησε καί ὡς Προϊστάμενος καί Ἱεροκήρυξ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἄρεως, καθώς καί Γενικός Διευθυντής τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά ἑπτά χρόνια, ἀπό τό ἔτος 1990 ἕως τῆς ἐκλογῆς του τό 1996, ἐνῶ ἀνεδείχθη δόκιμος καί ἱκανός συγγραφέας, ἀφοῦ ἐξέδωσε πολλές μελέτες θεομητορικοῦ, ἱστορικοῦ καί λογοτεχνικοῦ περιεχομένου καί δημοσίευσε πολλά ἄρθρα σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά, ἀρθρώνοντας ἐκκλησιαστικό λόγο ἀληθείας, ἀγάπης καί δικαιοσύνης «ἐν ἁπλότητι, ἐν σπουδῇ, ἐν ἱλαρότητι… τῷ Κυρίῳ δουλεύων καί ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνῶν» (Ρωμ. 12, 8 καί 13). Ὑπό τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξελέγη τήν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1996, σέ ἡλικία 48 ἐτῶν, Μητροπολίτης τῆς ἱστορικῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, εἰς διαδοχήν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Δαμασκηνοῦ (Παπαχρήστου) καί ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος στόν Ἱερό Ναό πού διηκόνησε ὡς Ἱερεύς, τόν τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, τήν 6η Ὀκτωβρίου 1996. Στήν πρωτεύουσα τῆς Ρούμελης, τήν ἱστορική Λαμία ἦλθε τήν 17η Νοεμβρίου 1996 καί ἐνθρονίστηκε στόν θρόνο τοῦ Καθεδρικοῦ αὐτοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, κυρίως, ὅμως, στίς καρδιές τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πού παροικεῖ στήν Φθιώτιδα, τοῦ ἱεροῦ Κλήρου, τῶν μοναχικῶν ταγμάτων καί τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, τούς ὁποίους διηκόνησε μέ πίστη καί συνέπεια, ἐφαρμόζοντας πιστά, ὅπως ὁ ἴδιος ἔγραψε στούς «Ποιμαντικούς Βηματισμούς» του2 , τό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «οὐχ ἑαυτούς κηρύσσομεν, ἀλλά Χριστόν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτούς δέ δούλους ὑμῶν διά Ἰησοῦν» (Β΄ Κορ. 4, 5), ἔχοντας ὡς πόθο καί ἐπιδίωξή του «ἵνα ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ» (Β΄ Κορ. 4, 11). Ἡ ποιμαντική του διακονία χαρακτηρίσθηκε ἀπό νεανική ἰκμάδα καί ἀγωνιστικό φρόνημα, ἀπό τό πρῶτο ἕως καί τό τελευταῖο ἔτος, τό εἰκοστό τρίτο, τῆς Ἀρχιερατείας του. Περιόδευσε πολλές φορές ὁλόκληρη τήν μεγάλη σέ ἔκταση Ἱερά Μητρόπολη Φθιώτιδος, μέχρι καί τά πλέον δυσπρόσιτα χωριά. Λειτούργησε ἀναρίθμητες φορές, διηκόνησε μέ ἀξιοζήλευτη σπουδή τό κήρυγμα καί τήν κατήχηση τοῦ λογικοῦ ποιμνίου του, ἀγωνίσθηκε γιά τήν ἀναζωπύρωση τοῦ χαρίσματος τῶν Κληρικῶν τούς ὁποίους βρῆκε στή Φθιώτιδα, ἐνῶ παράλληλα χειροτόνησε καί πολλούς νέους καί φερέλπιδες Κληρικούς. Ταυτοχρόνως, φρόντισε καί τίς ἀνάγκες τῶν μοναστικῶν ταγμάτων τῆς Ἐπαρχίας του, ἐνῶ κυριολεκτικά ἀναλώθηκε στήν διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τῆς κατά Φθιώτιδα Ἐκκλησίας, καλῶντας διαρκῶς τούς χριστιανούς του, ἀκόμη καί σέ μιά ἐποχή ἔντονης ἐκκοσμίκευσης ὅπως ἡ σημερινή, νά ζήσουν «σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» (Τίτ. 2, 12), τονίζοντας ὅτι «ἡ εὐσέβεια πρός πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγγελίας ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καί τῆς μελλούσης» (Α΄ Τιμ. 4, 8). Ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικόλαος πορεύθηκε μέ ἰσορροπία καί διάκριση, ἐργαζόμενος ἀκατάπαυστα πολλές ὧρες τῆς ἡμέρας καί τῆς νύκτας καί προσευχόμενος διαρκῶς γιά τή σωτηρία τή δική του καί τοῦ ποιμνίου του, ἐνῶ διηκόνησε τόν ὅλον ἄνθρωπο καί τίς ἀνάγκες του, ἐπιδεικνύοντας ἰδιαίτερη προσήλωση καί πρός τόν πάσχοντα ἀδελφό, ἐφαρμόζοντας μέ πιστότητα τήν ἀποστολική ἐντολή: «τῆς δέ εὐποιΐας καί κοινωνίας μή ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γάρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός» (Ἑβρ. 13, 16). Καί ἐπειδή ἦταν τίμιος στήν διαχείρισή του, προσέλκυσε πολλούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐμπιστεύθηκαν τίς προσφορές τους, τίς ὁποῖες εἶδαν νά ἀξιοποιοῦνται μέ τήν ἀνεγερση καί τήν καλή λειτουργία Κέντρων Νεότητος, Γηροκομείων, Κέντρων Ἀγάπης, Στεγῶν Κατακοίτων, Σχολῶν Βυζαντινῆς Μουσικῆς, Βιβλιοπωλείου, Κατασκηνώσεων καί πολλῶν ἀκόμη ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων, πού ἀγκαλιάζουν κάθε πτυχή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί ἀνάγκης. Καί στά Συνοδικά καθήκοντα, ὅμως, ὁ μακάριος Μητροπολίτης δέν ὀλιγώρησε. Κατέθετε πάντοτε τήν μαρτυρία τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας του μέ παρεμβάσεις καίριες και λόγο ἑνωτικό, ὀρθοτομῶντας τήν ἀλήθεια σέ ἀνακύπτοντα ζητήματα περί τό δόγμα, τό ἐκκλησιαστικό ἦθος, τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, τήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως ἀγαποῦσε καί ἐστενοχωρεῖτο ὅταν ἔβλεπε ὅτι δέν ἐκπληρώνει τόν σκοπό της, πού εἶναι ἡ μόρφωση τῶν μελλόντων ἱερᾶσθαι, ἀλλά καί τήν χριστιανική ἀγωγή τῆς νεότητος, τήν ὁποία μέ ἰδιαίτερο ζῆλο διηκόνησε ἐπί πολλά ἔτη, ὡς Πρόεδρος τῆς ὁμωνύμου Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν ὀλίγοις, ὁ Φθιώτιδος Νικόλαος γνώριζε ποῖος εἶναι, Ποῖον διακονεῖ, ἀλλά καί Ποῖον εἰκονίζει καί γι᾿ αὐτό δέν δίσταζε στά ὅρια τῆς Ἐπισκοπῆς του, νά εἶναι ὁ Πρωτεύων σέ ὅλα: στή Θεία Εὐχαριστία, στά μυστήρια, στόν συντονισμό ὅλων τῶν διακονιῶν, στίς χαρές καί τίς λύπες τῶν ἀνθρώπων, σεβόμενος τήν ἐκκλησιαστική τάξη καί ζωή, ἑνοποιῶντας ὅλα τά ἐπί μέρους χαρίσματα, καλῶντας συνεχῶς σέ ἑνότητα καί ταυτόχρονα ἀποτελῶντας ὁ ἴδιος, ὡς εἰκόνα Χριστοῦ, τήν ὀρατή ἑνότητα τῆς κατά Φθιώτιδα Ἐκκλησίας. Καί ὅπως προσφυῶς ἔγραψε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γουμενίσσης κ. Δημήτριος: «ὁ Φθιώτιδος Νικόλαος ἐργάσθηκε καί ποτέ δέν ἔμεινε μόνος»3 , ὄντας ἀληθινός πατέρας ὄχι τοῦ ἑνός ἤ κάποιων, ἀλλά ὅλων. Γι᾿ αὐτό καί ὄντως «ἕτοιμη» ἦταν ἡ καρδία του καί ἡ ὕπαρξή του ὁλόκληρη γι᾿ αὐτή τήν ὥρα τῆς ἐξόδου του ἀπό τόν παρόντα βίο. Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος, ἡ σεπτή χορεία τῶν ἁγίων Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ εὐσεβεῖς καί φιλόχριστοι Ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι μέ λόγους ἐγκωμιαστικούς ἀναφέρθηκαν αὐτές τίς ἡμέρες στήν προσφορά τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου, ἀλλά καί ὁ εὐαγής ἱερός Κλῆρος καί ὁ πενθηφόρος λαός τοῦ Θεοῦ, τό σεπτόν Πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, θερμότατα δεόμεθα αὐτή τήν ὥρα πρός τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι ἡ Ἀνάσταση καί ἡ ζωή ὅλων μας, διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας τῆς Θεοτόκου τῆς Εὐαγγελίστριας, τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ πολιούχου Λαμίας, τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Νικολάου Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου τοῦ νέου Ὁμολογητοῦ, τόν ὁποῖον ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο ὁ μεταστάς Ἀρχιερεύς, ἔχοντας ἀνεγείρει ἱερό Παρεκκλήσιο πρός τιμήν του στή γενέτειρά του, καί πάντων τῶν Φθιωτῶν Ἁγίων, νά ἀναπαύσει τό σεπτό σκήνωμα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Νικολάου καί νά τόν συναριθμήσει μεταξύ τῶν ἁγίων καί τῶν δικαίων Του, συμπαρεδρεύοντα στό Οὐράνιο Θυσιαστήριο. Τοῦ πολυσεβάστου καί πολυκλαύστου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κυροῦ Νικολάου, ἄς εἶναι ἡ μνήμη αἰωνία καί ἐμεῖς ὅλοι οἱ περιλειπόμενοι ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του.

Επικήδειος Λόγος υπουργού Χρήστου Σταϊκούρα

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και  πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμε,

Σεβασμιότατε  Μητροπολίτα Δημητριάδος και Αλμυρού, Τοποτηρητά της Μητροπόλεως Φθιώτιδος, κ.κ. Ιγνάτιε,

Σεβασμιότατοι & Θεοφιλέστατοι Άγιοι Ιεράρχες,

Σεβαστοί Πατέρες,

Οσιώτατοι, μοναχοί και μοναχές,

Κυρίες και Κύριοι Εκπρόσωποι της Ελληνικής Πολιτείας,

Κυρίες και Kύριοι,

Εκ μέρους του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, της Κυβέρνησης, αλλά και του συνόλου της  Φθιωτικής κοινωνίας, εκφράζω βαθιά συγκίνηση και μεγάλη θλίψη για τον αναχωρήσαντα «δια τας αιωνίους μονάς» σεπτόν Ποιμενάρχη μας κυρόν Νικόλαον, Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.

Τον πεφωτισμένο Ιεράρχη.

Τον Ιεράρχη με την ισχυρή και χαρισματική προσωπικότητα.

Τον Ιεράρχη ο οποίος, επί 23 χρόνια, με την πολυσχιδή παρουσία του και με την πατρική και αυθεντική αγάπη, σφράγισε τη ζωή της Φθιώτιδας και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Συναίσθηση και ευθύνη, η πορεία του.

Μια πορεία που συνοδεύτηκε με πλούσιο ποιμαντικό, πνευματικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό και φιλόχριστο έργο.

Το προσηνές του βίου του, το φιλάνθρωπο «εν τη διαθέσει και πράξει», το ευγενές στην συναναστροφή του με τους άλλους, το χαρισματικό στη συνομιλία του, προσέλκυσαν την αγάπη και την εμπιστοσύνη χιλιάδων πιστών, εκατοντάδων νέων ανθρώπων, οι οποίοι τον ακολουθούσαν γιατί λειτουργούσε σε αυτούς ως «οδός της αληθείας», ως πηγή έμπνευσης, ως Πατέρας φιλόστοργος.

Όλη η Φθιωτική γη, την οποία τόσο πολύ αγάπησε, μαρτυρεί την αδιάλειπτη παρουσία του.

Παρουσία με  μεγαλεπήβολο και αποτελεσματικά σχεδιασμένο έργο.

Έργο το οποίο ισχυροποίησε το Χριστιανικό φρόνημα και εμπέδωσε στο Λαό της Φθιώτιδας τη φροντίδα και την αγάπη της Εκκλησίας.

Υπό την έμπνευση και καθοδήγησή του υλοποιήθηκαν εμβληματικά έργα στη Μητρόπολή μας.

Με τη σύνεση, τη μετριοπάθεια, την ταπεινότητα και την αγάπη του προς την πατρίδα και τη Φθιώτιδα, μας ενέπνευσε όλους.

Η μόνιμη αγωνία του, να χτυπάνε καμπάνες σε όλα τα χωριά.

Φίλεργος και αεικίνητος.

Με ανεξίτηλο πνευματικό αποτύπωμα.

Ο λόγος του, μετρημένος και επίκαιρος.

Η ζωή του, σεμνή και ταπεινή.

Το έργο και η διακονία του θα μείνουν για πάντα στη μνήμη μας.

Δίδαξε πειθαρχία και υπακοή.

Αφοσίωση στην Αγία Εκκλησία μας.

Άγγιξε καρδιές.

Διαμόρφωσε συνειδήσεις.

Θεμελίωσε βαθιά την αγάπη για το Θεό.

Το κήρυγμά του δρούσε ως «πνεύμα επουράνιον», φέρνοντας πολλούς ανθρώπους στους κόλπους της Εκκλησίας.

Αγαπούσε αληθινά τους ανθρώπους.

Ποθούσε την κοινωνία με την όντως Ζωή, που είναι ο Χριστός.

Αυτό μας δίδασκε, με παρρησία.

Χοροστάτησε στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία την προηγούμενη Παρασκευή, στην ενορία μου, στην Αγία Παρασκευή της Νέας Άμπλιανης.

46 χρόνια ακριβώς μετά την ημέρα που ο Μακαριστός έλαβε τον Πρώτο Βαθμό της Ιερωσύνης στον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Παρασκευής Χαλκίδος.

Με εμφανή τα δάκρυα στα μάτια του, ευχήθηκε και προσευχήθηκε για το ποίμνιό του.

Για όλους εμάς.

Την επόμενη, εκοιμήθη.

Έφυγε ήσυχα, ανεπίληπτα και ειρηνικά.

Σήμερα, ενώπιον σύμπαντος του πενθούντος Φθιωτικού Λαού, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ο Ποιμενάρχης μας οδεύει «εκ του θανάτου εις την ζωήν».

Για εμάς τους Ορθόδοξους Έλληνες, αυτή είναι η Ζωή.

Με τα μάτια της Πίστης μπορούμε και βλέπουμε την λατρευτή ψυχή του ήσυχη και δικαιωμένη μέσα στην χορεία των Αγίων του Θεού.

Άγιοι που αφιέρωσαν τις Δυνάμεις και όλο τους το Είναι στην επιτέλεση των θελημάτων Του.

Το πάθος του για την Ορθοδοξία, η πίστη του στα ιδανικά του Ελληνισμού, η αγάπη του για τη Φθιώτιδα, «τη γη Αγίων και Ηρώων» όπως συνήθιζε να μου λέει όταν ζητούσα την ευχή του, είναι για μένα αξίες ζωής, είναι τρόπος ζωής, που δεν μπορώ ποτέ να εγκαταλείψω.

 Εκ μέρους του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της Κυβέρνησης της Ελλάδας, εκφράζω τα ειλικρινή συλλυπητήρια μας στους οικείους του και σε όλους τους Φθιωτείς.

Θα μου επιτρέψετε να εκφράσω και τα προσωπικά μου συλλυπητήρια, αφού με τον Μακαριστό με συνέδεε μακροχρόνια, βαθιά πνευματική σχέση.

Οι συμβουλές του αποτελούν για εμένα παρακαταθήκη.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του.

 

Αφήστε μια απάντηση