Τοπική Αυτοδιοίκηση και Εκπαίδευση

Του ΚΩΝ/ΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ (*)

Η πόλη, αναφέρει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του είναι η τελειότερη μορφή κοινωνίας και  σκοπός της δημιουργίας της είναι η ευδαιμονία των πολιτών της.

            Είναι πολύ πιθανό στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές να αναδειχθεί, έστω και συγκυριακά, ο θεσμικός και λειτουργικός ρόλος των Δήμων στα ζητήματα Παιδείας, ο οποίος οφείλει να είναι ουσιαστικός κι εξόχως σημαντικός. Είναι μια καλή ευκαιρία να επιζητηθεί η διεύρυνση της συνεργασίας της αυτοδιοίκησης με τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας  σε ένα κανονιστικό πλαίσιο οργανωμένο, αποσαφηνισμένο  και οριοθετημένο, όπως αυτό προκύπτει από τις ευθύνες και τις αρμοδιότητες που εκχωρήθηκαν με την ψήφιση του «Καλλικράτη» και προσφάτως του «Κλεισθένη», με απόλυτο σεβασμό στο παιδαγωγικό έργο των σχολικών μονάδων και τον καίριο ρόλο των εκπαιδευτικών.

            Οι έχοντες την ευθύνη (θα προκύψουν από τις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές) θα κληθούν να αναζητήσουν συνέργειες σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων σε τομείς όπως: ο πολιτισμός, το περιβάλλον, ο αθλητισμός, ο εθελοντισμός, η κοινωνική πολιτική και η εκπαίδευση. Κάθε σχολική μονάδα, μικρή ή μεγάλη, για να αναπτύξει τις δράσεις της θα χρειαστεί τη στήριξη της δημοτικής αρχής  ποικιλοτρόπως και όχι κατ’ ανάγκη μόνο οικονομικώς,  σε ένα εξωστρεφές  περιβάλλον δημιουργικής αλληλεπίδρασης, το οποίο θα πρέπει να διαμορφώνεται δυναμικά με τέτοιον τρόπο, ώστε να βρίσκουν  πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν οι όποιες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες. Ένα περιβάλλον που θα παρέχει τη δυνατότητα να ευδοκιμήσουν συνεργασίες τόσο μεταξύ των σχολικών μονάδων όσο και με το σημείο αναφοράς που δεν είναι άλλο από το «εναπομείναν» Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της πόλης, το οποίο, σημειωτέον, θα πρέπει εκ του ρόλου του να αναζητήσει και  να εφαρμόσει καινοτόμες εκπαιδευτικές δράσεις, συντελώντας στην  κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας.

Είναι κοινή διαπίστωση το γεγονός ότι οι αυξημένες αρμοδιότητες που αποδόθηκαν στους Δήμους δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από τους ανάλογους πόρους, με ευθύνη της Πολιτείας. Είναι, επίσης, γνωστό ότι η οικονομική και δημοσιονομική κρίση έφερε τα πάνω-κάτω, περικόπτοντας τα διαθέσιμα για την εκπαίδευση περίπου στο μισό, ενώ η μείωση του εισοδήματος των πολιτών μετέβαλλε τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς στρέφοντας τα νοικοκυριά ακόμη περισσότερο προς τις δημόσιες δομές αγωγής και εκπαίδευσης. Η εξέλιξη αυτή επιβάρυνε σημαντικά τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης προκαλώντας συνωστισμό στις διαθέσιμες δομές τους, με αποτέλεσμα να αποκλείονται χιλιάδες παιδιά ιδιαίτερα βρεφικής και προσχολικής ηλικίας (πέρυσι υπολογίζεται ότι έμειναν εκτός πάνω από 30.000 παιδιά).

            Για να λύσεις όμως ένα πρόβλημα θα πρέπει αρχικά να το ορίσεις κι αφού επιλέξεις τα κατάλληλα εργαλεία να διασφαλίσεις προϋποθέσεις συνεργασίας και συνεννόησης (στοιχεία που έλειψαν εμφανώς στο θέμα της διεκδίκησης του Πανεπιστημίου Στερεάς) καθιστώντας ομοτράπεζους όλους τους εμπλεκόμενους (αρμόδιους αντιδημάρχους, Δημοτική Επιτροπή παιδείας, Σχολικές Επιτροπές Π/θμιας και Δ/θμιας εκπ/σης, Σχολικά Συμβούλια, στελέχη εκπαίδευσης, Συλλόγους διδασκόντων, Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων, συνδικαλιστικούς φορείς). Οι αποφάσεις είθισται να λαμβάνονται από τα αρμόδια αυτοδιοικητικά όργανα με  τρόπο διαλεκτικό (θέση-αντίθεση-σύνθεση) με γνώμονα την ορθολογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων  και στόχο την μέγιστη αποτελεσματικότητα, η επίτευξη της οποίας είναι στενά συνυφασμένη με την αποδοτικότητα την οποία προσδιορίζει ο λόγος κόστος /όφελος. Εξάλλου, οι οικονομικοί πόροι, δηλαδή τα χρήματα των ελλήνων φορολογούμενων, δεν είναι ανεξάντλητοι.

 Θεωρείται αδιανόητη η υφιστάμενη υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης αλλά και πολυτέλεια το να σπαταλούνται πόροι λόγω κοντόφθαλμου σχεδιασμού, για υποδομές και εξοπλισμό σε δομές εκπαίδευσης που δεν έχουν προοπτική,  τη στιγμή μάλιστα που το «φωνάζουν» με εκκωφαντικό τρόπο τα διαθέσιμα στοιχεία, ή να μην συνεκτιμάται η επερχόμενη σημαντική μείωση του μαθητικού δυναμικού (υπολογίζεται στο 25% στα επόμενα χρόνια) απόρροια του δημογραφικού «κραχ» που αντιμετωπίζει η χώρα.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κατά την άποψή μου, δεν έχουν θέση προσωπικές διαδρομές, τακτικές «Μαυρογιαλούρου» και «κατόπιν ενεργειών μου…» όχι μόνο στα εκπαιδευτικά θέματα αλλά και σε όλες τις επιλογές για τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν ένα Δήμο.  Άλλωστε το σύστημα της απλής αναλογικής, ακόμη κι αν διαφωνεί κανείς με αυτό (κυρίως αναφορικά με την πιθανή δυστοκία στη λήψη αποφάσεων) δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Η αναλογική εκπροσώπηση απαιτεί κουλτούρα συναίνεσης, συνεργασίας, σύνθεσης, συμμετοχικότητας και συνεννόησης, κάτι που εκ των πραγμάτων έχει σφυρηλατηθεί χρόνια τώρα στα συνδικάτα λόγω και της απουσίας αυτοδυναμιών, αλλά που δεν έχει δοκιμαστεί στην τοπική αυτοδιοίκηση όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Το νέο σύστημα εκλογής των εκπροσώπων των πολιτών στους Δήμους, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, περιορίζει τα περιθώρια αυτοδύναμων πλειοψηφιών. Προσφέρει όμως κάτι θετικό: αφαιρεί το «προσωπείο» όλων εκείνων που στεκόταν επιτηδευμένα ουδέτεροι στα μεγάλα ζητήματα δείχνοντας αλλού, ιδιαίτερα όταν ερχόταν η ώρα της ανάληψης των ευθυνών. Αναπόφευκτα, οι αποφάσεις των οργάνων θα λαμβάνονται συμμετοχικά με τη συνοδεία σαφούς κι επαρκούς αιτιολόγησης, γιατί θα ελέγχονται πιεστικά από τη βάσανο της κοινωνικής λογοδοσίας.

Αυτό ενδεχομένως να ενισχύσει την αξιοπιστία των δημοτικών οργάνων, αρκεί βέβαια να υπάρξει η βούληση των αυτοδιοικητικών αρχών για σύμπνοια, συμπόρευση, συνέργεια με τους κοινωνικούς φορείς, θέτοντας συγχρόνως γερά τις βάσεις για ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία, που θα προάγει το διάλογο, θα ενισχύει τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχικότητα, θα ανοίγει δρόμο στην καινοτομία και θα υπηρετεί την παιδαγωγική ελευθερία και τη δημοκρατία. Σε αυτό το εγχείρημα δε μπορεί να μείνουν αμέτοχοι φορείς, συλλογικότητες, κοινωνικοί εταίροι και κυρίως οι πολίτες οι οποίοι θα πρέπει να αποδεχτούμε κάποτε την ατομική ευθύνη που μας αναλογεί για τα κοινά, για όσα διαδραματίζονται γύρω μας και αφορούν στο μέλλον των παιδιών μας.

Όσο για το  ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εκφραστών τους  δεν πρέπει να είναι άλλος από την κατάθεση εμπεριστατωμένων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προτάσεων. Προτάσεις που θα αφορούν στη διεύρυνση της συνεργασίας των αυτοδιοικητικών οργάνων με όλους τους φορείς εκπαίδευσης, στη διαφοροποίηση του πλαισίου διαχείρισης των πόρων και των προγραμματισμένων έργων Π/θμιας και Δ/θμιας εκπαίδευσης αφού οι ανάγκες των δύο βαθμίδων διαφέρουν σε ορισμένους τομείς, στην ιεράρχηση των αναγκών των σχολείων βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που θα συνδιαμορφώνονται με όλους τους εμπλεκόμενους και στην ορθολογική κατανομή των πόρων.

            Επειδή δε η συνδρομή του Δήμου σε προγραμματισμένες δράσεις δεν είναι ποτέ επαρκής θα ήταν καλοδεχούμενη η όποια συμμετοχή εθελοντών, συλλογικοτήτων, κοινωνικών φορέων αλλά και επιχειρήσεων που επιθυμούν να συνδράμουν στην υλοποίηση τους. Οι δράσεις αυτές είναι απαραίτητο να αναδεικνύονται και να διαχέονται σε όλη την κοινωνία ώστε να πάψουν τα σχολεία, ιδιαίτερα όταν είναι εκτός λειτουργίας, να αποτελούν το «άβατο» της πόλης περιστοιχισμένα από υψηλά κάγκελα και να ανοίξουν τις πόρτες και τις υποδομές τους, σε όλα τα παιδιά, σε όλες τις συνοικίες και τις γειτονιές, επιτυγχάνοντας έτσι το στόχο της ευδαιμονίας για την οποία μίλησε ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του  εκπληρώνοντας ταυτόχρονα το όραμα για ένα σχολείο ανοικτό στην κοινωνία, για όλα τα παιδιά. Έναν Δήμο για όλους.

 

(*) Πρόεδρος Συλλόγου Εκπαιδευτικών Α/θμιας Εκπαίδευσης Φθιώτιδας

 

Αφήστε μια απάντηση