Ώρα μηδέν για το ονοματολογικό της Π.Γ.Δ.Μ.

Του Γιάννη Σαρακιώτη (*)

Το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας συνιστά μία πολυεπίπεδη διαφορά. Πέραν του προφανούς, ότι δηλαδή αποτελεί πρόβλημα ιστορικής αλήθειας και συμβολισμών, υποκρύπτει και μια διάσταση αλυτρωτική εκ μέρους του γειτονικού κράτους. Το περιεχόμενο των διδασκόμενων βιβλίων στα σχολεία τους, οι δηλώσεις της άρχουσας πολιτικής τάξης, ακόμα και πράξεις όπως η έπαρση της σημαίας με τον ήλιο της Βεργίνας στην κορυφή του Ολύμπου, από τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Αντόνιο Μιλόσοσκι το Σεπτέμβριο του 2014, φανερώνουν του λόγου το αληθές.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε σε κάποια λύση, αν η Π.Γ.Δ.Μ. δεν αποκηρύξει τον όποιο αναθεωρητισμό εμπεριέχουν επίσημες πρακτικές της και δεν αποφασίσει να χαράξει μία εξωτερική πολιτική συναρτημένη με τις αρχές της καλής γειτονίας και του σεβασμού της διεθνούς έννομης τάξης. Στο συμβολικό επίπεδο του ονόματος, η θέση της Ελλάδας είναι σαφής: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, που θα ισχύει erga omnes, δηλαδή έναντι όλων και για οποιαδήποτε χρήση, είτε εσωτερική είτε διεθνή.

Οι λόγοι, που δημιουργούν σήμερα ευνοϊκές συνθήκες επίλυσης του ζητήματος, είναι πολλαπλοί. Η διεθνής συγκυρία επιτάσσει την εύρεση λύσης, εξαιτίας της ανησυχητικής ανόδου του αλβανικού εθνικισμού, της επιθετικής τουρκικής διπλωματίας στα Βαλκάνια, αλλά και του συνολικού προτάγματος της σταθεροποίησης στην περιοχή, ως απάντηση στην ισχυροποίηση των ισλαμιστικών δικτύων. Παράλληλα, η νέα κυβέρνηση των Σκοπίων έχει υιοθετήσει μία μετριοπαθέστερη στάση σε σχέση με τις ακρότητες και τα φαραωνικά μνημεία της περιόδου του Γκρούεφσκι. Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση ασκεί μία εποικοδομητική εξωτερική πολιτική, πρωταγωνιστώντας στη σύσταση ενός νέου θεσμού εντός της Ε.Ε. όπως ο Med7 και προωθώντας την ειρήνη και την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, με πρακτικές κινήσεις όπως η τετραμερής συνδιάσκεψη Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ.

Ποιος μπορεί να λησμονήσει τον τρόπο, με τον οποίο χειρίστηκαν το ζήτημα Μητσοτάκης και Σαμαράς, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας; Τις επιπτώσεις εκείνης της ασυνεννοησίας και κοντόφθαλμης πολιτικής προσπαθούμε σήμερα να διορθώσουμε. Η συνταγή της πλήρους αποτυχίας της περιόδου 1991-1993 περιελάμβανε πολιτικές ακροβασίες μεταξύ του ύψιστου διακυβεύματος της πάση θυσία παραμονής στην εξουσία και της προτεραιότητας να μη θιγούν πολιτικές καριέρες, οι οποίες βασίστηκαν κατ’ αποκλειστικότητα στην «υπεράσπιση των μακεδονικών βωμών και εστιών», δίχως να αρθρώνουν μια παραγωγική αντιπρόταση.

Το 1993, ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δήλωνε ότι «το όνομα που θα λάβουν τα Σκόπια δεν έχει μεγάλη σημασία, γιατί κανείς δε θα το θυμάται σε 10 χρόνια». Δυστυχώς, το πρόβλημα συνεχίζει να υπάρχει και να ταλαιπωρεί την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ξεχάστηκε μόνο η ανεύθυνη στάση του Υπουργού Εξωτερικών εκείνης της εποχής Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος έφθασε να εκλεγεί Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και έπειτα Πρωθυπουργός, αφού πρώτα του είχε ανοίξει το δρόμο της επιστροφής στο κόμμα ο έτερος πρώην Πρόεδρος Κώστας Καραμανλής, κατά την ίδια περίπου περίοδο που έλεγε το «περήφανο όχι» στο Βουκουρέστι με Υπουργό Εξωτερικών την Ντόρα Μπακογιάννη! Εν ολίγοις, ένα συνονθύλευμα προσωπικών-οικογενειακών στρατηγικών και μεθοδεύσεων στην πλάτη των εθνικών συμφερόντων.

Οι φίλοι δεν περισσεύουν ούτε για την Αθήνα ούτε για τα Σκόπια. Οι εξελίξεις στο ονοματολογικό αποτελούν μια άριστη ευκαιρία για τις νέες πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών να αποδείξουν ότι είναι πιο σοβαρές από τους προκατόχους τους. Οφείλουμε να ατενίσουμε το μέλλον μαζί, επιδεικνύοντας αλληλοσεβασμό και απαντώντας συντεταγμένα στις κοινές προκλήσεις. Προϋπόθεση είναι η κατανόηση των ευαισθησιών εκάστης πλευράς, σε συνδυασμό με την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων μας. Εν μέσω της συνολικότερης ανάδυσης εθνικισμών και ηγεμονισμών, η προστασία του δάσους και όχι του δέντρου πρέπει να αποτελεί τη μέριμνά μας.

 (*) Δικηγόρος – Βουλευτής Φθιώτιδας ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Αφήστε μια απάντηση