Υπάρχουν στιγμές στη σύγχρονη ιστορία των εθνών που η πραγματικότητα εισβάλλει στις γυάλες της εικονικής πραγματικότητας των πολιτικών ελίτ με ωμό τρόπο. Η καταλυτική εξέλιξη στη Λιβύη —με την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης που ελέγχεται από την οικογένεια Χάφταρ— δεν αποτελεί μια απλή διπλωματική αστοχία. Είναι το ηχηρό καμπανάκι ενός στρατηγικού στραπατσαρίσματος.
Κι όμως, στην Αθήνα, η πρώτη αντίδραση θύμιζε ξανά εκείνο το θλιβερό τελετουργικό όπου οι κυβερνώντες «πέφτουν από τα σύννεφα».
Συμπληρώθηκαν ήδη επτά χρόνια διακυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη —μια «επταετία» η οποία ειδικά στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, σημείωσε βαριές ήττες με την ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο τον πρωθυπουργό ο οποίος επέλεξε να τοποθετήσει στο τιμόνι του ΥΠΕΞ μη εκλεγμένα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος. Είναι πρόδηλο ότι όταν η εξωτερική πολιτική ασκείται με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης, ευχολογίων και παρελκυστικών τακτικών, τα αποτελέσματα είναι πάντοτε προδιαγεγραμμένα.
Για χρόνια, το αφήγημα της Αθήνας βασίστηκε σε μια βολική αυταπάτη: ότι οι συμμαχίες με τους δυτικούς εταίρους, οι διμερείς επαφές και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου αρκούν από μόνες τους για να αναχετίσουν τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας. Στηρίχθηκαν στη σχέση με την Αίγυπτο και επένδυσαν επιφανειακά στον Στρατηγό Χάφταρ, φιλοξενώντας μέλη της οικογένειάς του στα αθηναϊκά σαλόνια, χωρίς ποτέ να διαθέτουν το απαιτούμενο ειδικό πολιτικό βάρος ή τη στρατηγική διορατικότητα για να επηρεάσουν τις εξελίξεις στην Κυρηναϊκή.
Η Τουρκία, αντίθετα, λειτούργησε για άλλη μια φορά μεθοδικά και αποφασιστικά. Διάβρωσε τις συμμαχίες μας, αξιοποίησε τις αδυναμίες της λιβυκής πολιτικής σκηνής και κατάφερε να μετατρέψει το ανυπόστατο, κατά τα άλλα, τουρκολιβυκό ψευδομνημόνιο σε εσωτερικά νομιμοποιημένο εργαλείο που «δένει» -δήθεν- τις υφαλοκρηπίδες των δύο χωρών. Τη στιγμή που ο Σαντάμ Χάφταρ υπό την πίεση της Άγκυρας απομακρύνει τον πρόεδρο της λιβυκής Βουλής των Αντιπροσώπων Ακίλα Σάλεχ που αντιδρούσε στην κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, η Ελλάδα μοιάζει με κράτος-φάντασμα στην περιοχή.
Οι χάρτες μιλούν από μόνοι τους. Με το μνημόνιο αυτό να αποκτά θεσμική ισχύ στη Λιβύη, η Κρήτη «εξαφανίζεται» από τον χάρτη των θαλάσσιων ζωνών, η δυνάμει ελληνική ΑΟΖ υποσκάπτεται και η Τουρκία εδραιώνει τον ρόλο της ως ρυθμιστής στην περιοχή. Απέναντι σε αυτό το τετελεσμένο, η απάντηση της ελληνικής διπλωματίας περιορίζεται σε τυπικές ανακοινώσεις περί «νομικά αβάσιμης απόφασης».
Η γεωπολιτική ενηλικίωση της χώρας παραμένει, δυστυχώς, ζητούμενο.
Και δυστυχώς το Βατερλό στην εξωτερική πολιτική δεν είναι αποκομμένο από την εσωτερική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος. Οι ελίτ των Αθηνών συνεχίζουν να ζουν σε αποστειρωμένη «γυάλα», μακριά από τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας
Ενώ η μεσαία τάξη και τα λαϊκά στρώματα συμπιέζονται καθημερινά από την ακρίβεια, το κόστος ενέργειας, τη φορολογική αφαίμαξη και τη γενική αβεβαιότητα, βλέπουν την ίδια στιγμή τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα να ακρωτηριάζονται. Η αίσθηση ότι η πατρίδα διολισθαίνει σε ρόλο φοβικού δορυφόρου, ο οποίος άγεται και φέρεται με βάση τις στρατηγικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, δημιουργεί ένα επικίνδυνο υπόστρωμα ανασφάλειας και απογοήτευσης το οποίο αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς. Ήδη τα πρώτα σημάδια διαφαίνονται με τους φοιτητές να ρίχνουν τις πρώτες τροχιοδεικτικές.
Είναι το ίδιο ακριβώς εύφορο έδαφος που στο παρελθόν γέννησε τα ακραία αντισυστημικά κύματα – είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά. Όταν οι κυβερνώντες λοιδορούν ή αγνοούν τις ανησυχίες των πολιτών, όταν αντιμετωπίζουν την κριτική ως «λαϊκισμό» και κλείνονται στον μικρόκοσμο της επικοινωνιακής τους φούσκας, τότε η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται.
Ας θυμηθούμε τα διδάγματα ιστορικών κρίσεων, όπως η περίοδος του 2012 στην Ελλάδα ή το πολιτικό σοφτ σοκ του 2016 στις ΗΠΑ: οι λαοί δεν τιμωρούν απλώς την οικονομική δυσπραγία· τιμωρούν την αλαζονεία, την έλλειψη οράματος και την αίσθηση ότι οι άρχοντες της χώρας είναι θεατές στη μοίρα τους.
Η «επταετία» Μητσοτάκη χαρακτηρίζεται κατά γενική ομολογία από μια βαθιά θεσμική βραδύτητα και έναν πασιφιστικό, σχεδόν παραλυτικό φόβο:
-Το τουρκολιβυκό ψευδομνημόνιο (Νοέμβριος 2019)
-Η κρίση του Oruç Reis (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2020)
-Το σκάνδαλο υποκλοπών (2022)
-Η τραγωδία των Τεμπών (Φεβρουάριος 2023)
-Η παράλυση της χώρας από τον Daniel (Σεπτέμβριος 2023)
-Η υποχώρηση με το καλώδιο Κάσο – Κάρπαθο (Ιούλιος 2024-2026)
-Η ένταση για τα Θαλάσσια Πάρκα (2024-2026)
-Η επικύρωση του τουρκολιβυκού από την λιβυκή Βουλή (Οκτώβριος 2026)
Όλα έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την αντικατάσταση της ουσιαστικής διακυβέρνησης και της στρατηγικής πρόληψης από μια κοντόφθαλμη, φοβική τακτική επικοινωνιακής διαχείρισης ζημίας. Είτε πρόκειται για τις εθνικές υποχωρήσεις είτε για την κατάρρευση των υποδομών και των θεσμών στο εσωτερικό, η πολιτική ηγεσία επιλέγει σταθερά την αδράνεια και το «μπάζωμα» των ευθυνών.
Και ενώ η Άγκυρα προετοιμάζει το επόμενο βήμα της —την ενεργοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και πιθανές ανάλογες συμφωνίες με τη Συρία—, η ελληνική κυβέρνηση χρειάστηκε μήνες σιωπής απλώς για να αποστείλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας το Προεδρικό Διάταγμα για το Θαλάσσιο Πάρκο των Νοτίων Κυκλάδων. Αυτός ο αργόσυρτος βηματισμός, η αγωνία να μην «ενοχληθεί» κανείς σύμμαχος και η έλλειψη ενιαίας, εθνοκεντρικής στρατηγικής συνθέτουν μια ζοφερή εικόνα απόλυτου στρατηγικού τέλματος.
Αν οι πολιτικές ελίτ συνεχίσουν να πορεύονται με τα χέρια σταυρωμένα, φοβούμενες τη σκιά της ίδιας της αναποφασιστικότητάς τους, τότε ο ακρωτηριασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων θα είναι μόνο η αρχή σε μια κατρακύλα με πολύ δυσοίωνη κατάληξη για την οποία το παρόν βήμα έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα—ενδεικτικά μόνο 1, 2, 3 και 4.
Η ιστορία δεν συγχωρεί όσους είχαν τα εργαλεία στα χέρια τους (πχ η ενιαία επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ) και επέλεξαν την υποχώρηση. Η διαπίστωση του Τσώρτσιλ αποτελεί ιστορικό αξίωμα: «σου δόθηκε η επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και την ατιμία. Διάλεξες την ατιμία και θα έχεις πόλεμο!»
Πηγή: i-epikaira.blogspot.com

